Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Excrescence
01
εξόγκωμα, προεξοχή
unusual growth of some parts of the body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
excrescences
Παραδείγματα
If the excrescence becomes inflamed, it might require immediate medical attention.
Εάν ο εκβλαστισμός φλεγμονώσει, μπορεί να απαιτεί άμεση ιατρική προσοχή.
02
εξόγκωμα, προεξοχή
something that bulges out or is protuberant or projects from its surroundings
Λεξικό Δέντρο
excrescence
excrete



























