Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to excogitate
01
αναπτύσσω, συλλογίζομαι
to develop an idea, plan, theory, or principle through mental effort
Transitive: to excogitate an idea or plan
Παραδείγματα
She excogitated a new strategy for increasing sales.
Αυτή αναπτύξει μια νέα στρατηγική για την αύξηση των πωλήσεων.
02
σκέφτομαι προσεκτικά και διεξοδικά, διαλογίζομαι
to think carefully and thoroughly about something
Transitive: to excogitate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
excogitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
excogitates
ενεστώτα μετοχή
excogitating
απλός αόριστος
excogitated
παθητική μετοχή
excogitated
Παραδείγματα
He excogitated the problem for hours before finally coming up with a solution.
Σκέφτηκε το πρόβλημα για ώρες πριν βρει τελικά μια λύση.
Λεξικό Δέντρο
excogitation
excogitative
excogitator
excogitate
excogit



























