excitement
exc
ˈɪks
iks
ite
aɪt
ait
ment
mənt
mēnt
excrement

Ορισμός και σημασία του "excitement"στα αγγλικά

01

έξαψη, ενθουσιασμός

a strong feeling of enthusiasm and happiness 
excitement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
excitements
Παραδείγματα
Sarah's excitement was palpable as she eagerly awaited the arrival of her long-lost friend at the airport. 

Ο ενθουσιασμός της Σάρα ήταν αισθητός καθώς περίμενε με ανυπομονησία την άφιξη του χαμένου εδώ και καιρό φίλου της στο αεροδρόμιο.

02

διέγερση, ενθουσιασμός

the state of being emotionally aroused and worked up 
03

ενθουσιασμός, διέγερση

something that agitates and arouses 
04

διέγερση, αναταραχή

disturbance usually in protest 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store