euphoria
eu
ju:
yoo
pho
ˈfɒ
fo
ria
riə
riē
euphorbia

Ορισμός και σημασία του "euphoria"στα αγγλικά

01

ευφορία, αγαλλίαση

a feeling of intense happiness, excitement, or pleasure 
euphoria definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The euphoria of winning the championship was overwhelming. 

Η ευφορία της νίκης στο πρωτάθλημα ήταν συγκλονιστική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store