Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Euphony
01
ευφωνία, αρμονικός συνδυασμός ήχων
a harmonious combination of sounds that is pleasing to the ear
Παραδείγματα
The gentle euphony of the stream's babbling water provided a peaceful backdrop for their picnic in the woods.
Η απαλή ευφωνία του νερού του ρυακιού που μουρμούριζε προσέφερε ένα ειρηνικό σκηνικό για το πικνίκ τους στο δάσος.
Λεξικό Δέντρο
euphonic
euphonious
euphony



























