euphony
eu
ˈju:
yoo
pho
ny
ni
ni
euphory

Ορισμός και σημασία του "euphony"στα αγγλικά

01

ευφωνία, αρμονικός συνδυασμός ήχων

a harmonious combination of sounds that is pleasing to the ear 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
euphonies
Παραδείγματα
The orchestral piece was a masterclass in euphony, captivating every listener. 

Το ορχηστρικό κομμάτι ήταν ένα μάθημα τελειότητας στην ευφωνία, γοητεύοντας κάθε ακροατή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

euphonic
euphonious
euphony
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store