Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to euphemize
01
ευφημίζω, χρησιμοποιώ ευφημισμό
refer to something with a euphemism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
euphemize
γ΄ ενικό πρόσωπο
euphemizes
ενεστώτα μετοχή
euphemizing
απλός αόριστος
euphemized
παθητική μετοχή
euphemized



























