etiology
e
ˌi:
i
tio
ˈtiɒ
tio
lo
gy
ʤi
ji
ethnologyethologyetymology
aetiology
ætiology
aitiology

Ορισμός και σημασία του "etiology"στα αγγλικά

01

αιτιολογία, μελέτη των αιτιών των ασθενειών

a field of health science that looks at the patterns and causes of disease in groups of people 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
etiologies
Παραδείγματα
In class, students learned that etiology helps explain why some communities face more asthma than others. 

Στην τάξη, οι μαθητές έμαθαν ότι η αιτιολογία βοηθά να εξηγηθεί γιατί ορισμένες κοινότητες αντιμετωπίζουν περισσότερη άσθμα από άλλες.

02

αιτιολογία, αιτία

the direct reason why someone gets a particular illness 
Παραδείγματα
The etiology of scurvy is a lack of vitamin C in the diet. 

Η αιτιολογία του σκορβούτου είναι η έλλειψη βιταμίνης C στη διατροφή.

Λεξικό Δέντρο

etiologic
etiologist
etiology
etio
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store