Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Etude
01
ετούντ
an instrumental composition that is usually short and is intended for practice or demonstration of a skill
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
etudes
Παραδείγματα
The composer wrote a series of etudes to address specific technical difficulties.
Ο συνθέτης έγραψε μια σειρά από ετουντ για να αντιμετωπίσει συγκεκριμένες τεχνικές δυσκολίες.



























