etude
e
ˈɛ
e
tude
tju:d
tyood
eludeexude
étude

Ορισμός και σημασία του "etude"στα αγγλικά

01

ετούντ

an instrumental composition that is usually short and is intended for practice or demonstration of a skill 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
etudes
Παραδείγματα
The pianist practiced a challenging etude to improve her technical skills. 

Ο πιανίστας εξασκήθηκε σε μια απαιτητική ετουντά για να βελτιώσει τις τεχνικές του δεξιότητες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store