etna
et
ˈɛt
ετ
na
να
/ˈɛtnɐ/

Ορισμός και σημασία του "etna"στα αγγλικά

01

εργαστηριακός καυστήρας αερίου, καυστήρας Μπούνσεν

a gas burner used in laboratories; has an air valve to regulate the mixture of gas and air
etna definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
etnas
02

ένα αδρανές ηφαίστειο στη Σικελία; τελευταία έκρηξη το 1961; το υψηλότερο ηφαίστειο στην Ευρώπη (10.500 πόδια), η Ετνα

an inactive volcano in Sicily; last erupted in 1961; the highest volcano in Europe (10,500 feet)
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store