ethology
e
i
i
tho
ˈθɒ
tho
lo
gy
ʤi
ji
ethnologyetiologyetymology

Ορισμός και σημασία του "ethology"στα αγγλικά

01

ηθολογία, επιστήμη της συμπεριφοράς των ζώων

the discipline that focuses on the scientific study of animal behavior, including its evolutionary origins and ecological significance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Ethology studies how animals behave in their natural environments. 

Η εθολογία μελετά πώς συμπεριφέρονται τα ζώα στο φυσικό τους περιβάλλον.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ethologist
ethology
etho
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store