Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ethereal
01
αιθέριος, ουράνιος
extremely delicate, light, as if it belongs to a heavenly realm
Παραδείγματα
The cloud formation was so delicate and fluffy that it appeared almost ethereal in the sky.
Ο σχηματισμός των νεφών ήταν τόσο λεπτός και αφράτος που φαινόταν σχεδόν αιθέριος στον ουρανό.
02
αιθέριος, ουράνιος
celestial or divine in nature, relating to the heavens
Παραδείγματα
The mountaintop offered an ethereal view of the stars, unobscured by city lights.
Η κορυφή του βουνού προσέφερε μια αιθέρια θέα των αστεριών, χωρίς να επηρεάζεται από τα φώτα της πόλης.
03
αιθερικός, πτητικός
(of a solution) containing volatile or highly flammable substances, such as diethyl ether
Παραδείγματα
The ethereal nature of diethyl ether makes it a useful solvent for extracting natural products from plant materials.
Η αιθέρια φύση του διαιθυλαιθέρα τον καθιστά χρήσιμο διαλύτη για την εξαγωγή φυσικών προϊόντων από φυτικά υλικά.



























