Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
established
01
καθιερωμένος, αναγνωρισμένος
(of a person) respected and well-known in a profession due to extensive experience and demonstrated skill
επιδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most established
συγκριτικός βαθμός
more established
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is an established lawyer with decades of courtroom experience.
Είναι μια καθιερωμένη δικηγόρος με δεκαετίες εμπειρίας στο δικαστήριο.
02
καθιερωμένος, αναγνωρισμένος
widely acknowledged as valid or customary
επιδοκιμαστικό
Παραδείγματα
The established method for solving this mathematical problem has been taught in schools for decades.
Η καθιερωμένη μέθοδος για την επίλυση αυτού του μαθηματικού προβλήματος διδάσκεται στα σχολεία για δεκαετίες.
03
εγκαθιδρυμένος, σταθερός
not likely to change
Παραδείγματα
The town has an established community that has lived there for generations.
Η πόλη έχει μια εδραιωμένη κοινότητα που ζει εκεί για γενιές.
04
φυσιοποιημένος, εγκλιματισμένος
(of a species, plant, or practice) introduced from another region and persisting naturally without cultivation
Παραδείγματα
The garden featured several established plants imported from Europe.
Ο κήπος περιελάμβανε αρκετά εγκαθιδρυμένα φυτά που εισήχθησαν από την Ευρώπη.
05
καθιερωμένος, αποδεδειγμένος
demonstrated to be true, valid, or proven beyond reasonable doubt
Παραδείγματα
The scientist presented established facts to support her hypothesis.
Ο επιστήμονας παρουσίασε αποδεδειγμένα γεγονότα για να υποστηρίξει την υπόθεσή της.
Λεξικό Δέντρο
unestablished
established
establish



























