Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abhor
01
απεχθάνομαι, μισαίω
to hate a behavior or way of thought, believing that it is morally wrong
Transitive: to abhor a behavior or way of thought
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
abhor
γ΄ ενικό πρόσωπο
abhors
ενεστώτα μετοχή
abhorring
απλός αόριστος
abhorred
παθητική μετοχή
abhorred
Παραδείγματα
She abhors injustice and fights for social justice causes.
Αυτή απεχθάνεται την αδικία και αγωνίζεται για κοινωνική δικαιοσύνη.
Λεξικό Δέντρο
abhorrence
abhorrent
abhorrer
abhor



























