erect
e
ɪ
ι
rect
ˈrɛkt
ρεκτ
/ɪˈrɛkt/

Ορισμός και σημασία του "erect"στα αγγλικά

to erect
01

ανεγείρω, χτίζω

to build or assemble a structure or object in an upright position
Transitive: to erect a structure or object
to erect definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
erect
γ΄ ενικό πρόσωπο
erects
ενεστώτα μετοχή
erecting
απλός αόριστος
erected
παθητική μετοχή
erected
Παραδείγματα
The company planned to erect a solar power plant to harness clean energy for the community.
Η εταιρεία σχεδίαζε να χτίσει ένα ηλιακό εργοστάσιο για να αξιοποιήσει καθαρή ενέργεια για την κοινότητα.
02

ανεγείρω, στηλώνω

to lift, position, and fix something into an upright or vertical position
Transitive: to erect a vertical object
Παραδείγματα
The team of workers erected barriers along the road to divert traffic during the construction project.
Η ομάδα των εργαζομένων έστησε εμπόδια κατά μήκος του δρόμου για να εκτρέψει την κυκλοφορία κατά τη διάρκεια του έργου κατασκευής.
01

όρθιος, κατακόρυφος

straight, with an upright position
erect definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most erect
συγκριτικός βαθμός
more erect
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Erect icicles gleamed like spears under the eaves.
Οι όρθιοι σταλακτίτες λάμπανε σα δόρατα κάτω από τις μαρκίζες.
02

εξεγερμένος, σκληρός

(of sexual organs) firm, rigid, and standing upright due to sexual arousal
Παραδείγματα
Erect clitoral tissue engorges during stimulation.
Ο εξεγερμένος κλειτορικός ιστός πλημμυρίζει με αίμα κατά τη διέγερση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store