Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to erect
01
ανεγείρω, χτίζω
to build or assemble a structure or object in an upright position
Transitive: to erect a structure or object
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
erect
γ΄ ενικό πρόσωπο
erects
ενεστώτα μετοχή
erecting
απλός αόριστος
erected
παθητική μετοχή
erected
Παραδείγματα
The construction crew worked diligently to erect a new office building in the city center.
Η ομάδα κατασκευής εργάστηκε επιμελώς για να ανεγείρει ένα νέο κτίριο γραφείων στο κέντρο της πόλης.
02
ανεγείρω, στηλώνω
to lift, position, and fix something into an upright or vertical position
Transitive: to erect a vertical object
Παραδείγματα
The construction crew erected the steel beams to form the framework of the new skyscraper.
Η ομάδα κατασκευής έστησε τις χαλύβδινες δοκούς για να σχηματίσει το πλαίσιο του νέου ουρανοξύστη.
erect
01
όρθιος, κατακόρυφος
straight, with an upright position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most erect
συγκριτικός βαθμός
more erect
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The erect tombstone had stood undisturbed for a century.
Η όρθια ταφόπλακα είχε μείνει ανέγγιχτη για έναν αιώνα.
02
εξεγερμένος, σκληρός
(of sexual organs) firm, rigid, and standing upright due to sexual arousal
Παραδείγματα
The male penis becomes erect during sexual arousal.
Το ανδρικό πέος γίνεται στύσιμο κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής διέγερσης.
Λεξικό Δέντρο
erecting
erection
erect



























