equitable
eq
ˈɛk
ek
ui
vi
ta
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "equitable"στα αγγλικά

01

δίκαιος, ισότιμος

ensuring fairness and impartiality, so everyone gets what they rightfully deserve 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most equitable
συγκριτικός βαθμός
more equitable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Labor unions strive to ensure workers receive equitable pay, benefits and safe working conditions. 

Τα συνδικάτα προσπαθούν να διασφαλίσουν ότι οι εργαζόμενοι λαμβάνουν δίκαιη αμοιβή, παροχές και ασφαλείς συνθήκες εργασίας.

Λεξικό Δέντρο

equitably
inequitable
equitable
equit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store