equity
eq
ˈɛk
εκ
ui
ουα
ty
ti
τι
/ˈɛkwɪti/

Ορισμός και σημασία του "equity"στα αγγλικά

01

δικαιοσύνη

the quality of being fair and just toward people according to natural law
equity definition and meaning
Παραδείγματα
During the trial, the defense argued their client did not receive equity under the law compared to similar cases that had resulted in lesser charges.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, η υπεράσπιση υποστήριξε ότι ο πελάτης τους δεν έλαβε δικαιοσύνη σύμφωνα με το νόμο σε σύγκριση με παρόμοιες υποθέσεις που είχαν ως αποτέλεσμα μικρότερες κατηγορίες.
02

καθαρή αξία, ιδίο κεφάλαιο

the value of an asset after deducting all claims, debts, or liens against it
Παραδείγματα
Equity in the business grew steadily over the decade.
Το μετοχικό κεφάλαιο στην επιχείρηση αυξήθηκε σταθερά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας.
03

μετοχικό κεφάλαιο, καθαρή αξία

the portion of a corporation's value that belongs to its shareholders
Παραδείγματα
Equity provides voting rights and a claim on profits.
Το μετοχικό κεφάλαιο παρέχει δικαιώματα ψήφου και αξίωση στα κέρδη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store