to equivocate
eq
ˈɪk
ik
ui
vi
vo
cate
keɪt
keit

Ορισμός και σημασία του "equivocate"στα αγγλικά

to equivocate
01

αμφιλεγόμενος, ασαφής

to purposely speak in a way that is confusing and open to different interpretations, aiming to deceive others 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
equivocate
γ΄ ενικό πρόσωπο
equivocates
ενεστώτα μετοχή
equivocating
απλός αόριστος
equivocated
παθητική μετοχή
equivocated
Παραδείγματα
The politician equivocated when asked about his stance on the new policy. 

Ο πολιτικός απέφυγε να απαντήσει ξεκάθαρα όταν ρωτήθηκε για τη στάση του απέναντι στη νέα πολιτική.

Λεξικό Δέντρο

equivocation
equivocator
equivocate
equivocal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store