Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to equivocate
01
αμφιλεγόμενος, ασαφής
to purposely speak in a way that is confusing and open to different interpretations, aiming to deceive others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
equivocate
γ΄ ενικό πρόσωπο
equivocates
ενεστώτα μετοχή
equivocating
απλός αόριστος
equivocated
παθητική μετοχή
equivocated
Παραδείγματα
When pressed for details, the spokesperson began to equivocate about the company's plans.
Όταν πιέστηκε για λεπτομέρειες, ο εκπρόσωπος άρχισε να αποφεύγει να μιλήσει για τα σχέδια της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
equivocation
equivocator
equivocate
equivocal



























