Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Enthusiasm
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She showed great enthusiasm for the new project.
Έδειξε μεγάλο ενθουσιασμό για το νέο έργο.
02
ενθουσιασμός, πάθος
something that excites strong interest or passion
Παραδείγματα
Painting became his new enthusiasm.
Η ζωγραφική έγινε το νέο του πάθος.



























