Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Enthusiasm
Παραδείγματα
Their enthusiasm for the event made it a huge success.
Ο ενθουσιασμός τους για την εκδήλωση την έκανε μεγάλη επιτυχία.
02
ενθουσιασμός, πάθος
something that excites strong interest or passion
Παραδείγματα
The book sparked a fresh enthusiasm for history.
Το βιβλίο προκάλεσε ένα νέο ενθουσιασμό για την ιστορία.



























