entering
Pronunciation
/ˈɛnɝɪŋ/, /ˈɛntɝɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "entering"στα αγγλικά

01

είσοδος, η είσοδος

the act of going into a place, situation, or position
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The system tracks the entering of messages for better organization.
Το σύστημα παρακολουθεί την είσοδο των μηνυμάτων για καλύτερη οργάνωση.
02

είσοδος

a movement into or inward
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store