Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Entering
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
enterings
Παραδείγματα
The entering of the stadium was delayed due to security checks.
Η είσοδος στο στάδιο καθυστέρησε λόγω ελέγχων ασφαλείας.
02
είσοδος
a movement into or inward
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
entering
enter



























