entente
en
ɒn
on
tente
ˈtɒnt
tont

Ορισμός και σημασία του "entente"στα αγγλικά

01

συμφωνία

an understanding or agreement between nations, often informal and less binding than a formal alliance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ententes
Παραδείγματα
The neighboring countries entered into a diplomatic entente to peacefully resolve border disputes and promote regional stability. 

Οι γειτονικές χώρες συνήψαν διπλωματική συμφωνία για την ειρηνική επίλυση των συνοριακών διαφορών και την προώθηση της περιφερειακής σταθερότητας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store