entablature
Pronunciation
/ɛntˈæblətʃɚ/

Ορισμός και σημασία του "entablature"στα αγγλικά

01

επιστύλιο, κορνίζα

the horizontal, decorative element that rests on top of columns or pillars in architecture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
entablatures
Παραδείγματα
The Federal-style house had a simple yet elegant entablature, consisting of a plain frieze and a projecting cornice, reflecting the architectural tastes of the period.
Το σπίτι σε στυλ Federal είχε ένα απλό αλλά κομψό επιστύλιο, που αποτελείται από ένα απλό ζωφόρο και μια προεξέχουσα κορνίζα, αντικατοπτρίζοντας τα αρχιτεκτονικά γούστα της εποχής.

Λεξικό Δέντρο

entablature
tablature
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store