entablature
en
ɛn
εν
tab
ˈtæb
ταιμπ
la
λα
ture
ʧə
τσα

Ορισμός και σημασία του "entablature"στα αγγλικά

01

επιστύλιο, κορνίζα

the horizontal, decorative element that rests on top of columns or pillars in architecture 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
entablatures
Παραδείγματα
The Classical temple was adorned with a decorative entablature supported by fluted columns, epitomizing the elegance of ancient Greek architecture. 

Ο κλασικός ναός ήταν διακοσμημένος με ένα διακοσμητικό επιστύλιο που υποστηριζόταν από ραβδωτούς κίονες, που ενσάρκωνε την κομψότητα της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

entablature
tablature
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store