Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abet
01
υποκινώ, συνεργώ
to assist or encourage someone to do something, particularly in committing a wrongdoing or crime
Transitive: to abet a crime or a criminal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abet
γ΄ ενικό πρόσωπο
abets
ενεστώτα μετοχή
abetting
απλός αόριστος
abetted
παθητική μετοχή
abetted
Παραδείγματα
The gang leader was found guilty of abetting illegal drug trafficking operations.
Ο αρχηγός της συμμορίας βρέθηκε ένοχος για υποκίνηση παράνομων εμποριών ναρκωτικών.
02
βοηθώ, υποστηρίζω
to aid or assist someone in an activity
Transitive: to abet sb in an activity
Παραδείγματα
The nurse abetted the doctor in the surgery, assisting with the procedures and providing necessary support.
Η νοσοκόμα βοήθησε τον γιατρό στη χειρουργική επέμβαση, βοηθώντας στις διαδικασίες και παρέχοντας την απαραίτητη υποστήριξη.
Λεξικό Δέντρο
abetment
abetter
abettor
abet



























