ambition
am
æm
αιμ
bi
ˈbɪ
μπι
tion
ʃən
σαν
/æmˈbɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "ambition"στα αγγλικά

01

φιλοδοξία, επιθυμία για επιτυχία

the will to obtain wealth, power, success, etc.
ambition definition and meaning
Παραδείγματα
The scientist 's ambition to make groundbreaking discoveries fueled his research.
Η φιλοδοξία του επιστήμονα να κάνει πρωτοποριακές ανακαλύψεις τροφοδότησε την έρευνά του.
02

φιλοδοξία, επιθυμία

something that is greatly desired
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ambitions
Παραδείγματα
My ambition is to one day climb Mount Everest.
Η φιλοδοξία μου είναι να ανέβω κάποια μέρα στο όρος Έβερεστ.
to ambition
01

έχω ως φιλοδοξία, φιλοδοξώ

have as one's ambition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
ambition
γ΄ ενικό πρόσωπο
ambitions
ενεστώτα μετοχή
ambitioning
απλός αόριστος
ambitioned
παθητική μετοχή
ambitioned
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store