Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ambition
01
φιλοδοξία, επιθυμία για επιτυχία
the will to obtain wealth, power, success, etc.
Παραδείγματα
Fueled by boundless ambition, the young entrepreneur launched her tech startup despite the crowded market.
Καθοδηγούμενη από απεριόριστη φιλοδοξία, η νεαρή επιχειρηματίας ξεκίνησε την τεχνολογική της startup παρά τον γεμάτο αγορά.
02
φιλοδοξία, επιθυμία
something that is greatly desired
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ambitions
Παραδείγματα
Her ambition was to write a novel and share her story with the world.
Η φιλοδοξία της ήταν να γράψει ένα μυθιστόρημα και να μοιραστεί την ιστορία της με τον κόσμο.
to ambition
01
έχω ως φιλοδοξία, φιλοδοξώ
have as one's ambition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
ambition
γ΄ ενικό πρόσωπο
ambitions
ενεστώτα μετοχή
ambitioning
απλός αόριστος
ambitioned
παθητική μετοχή
ambitioned
Λεξικό Δέντρο
ambitionless
ambition
amb



























