Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ambition
01
φιλοδοξία, επιθυμία για επιτυχία
the will to obtain wealth, power, success, etc.
Παραδείγματα
The scientist 's ambition to make groundbreaking discoveries fueled his research.
Η φιλοδοξία του επιστήμονα να κάνει πρωτοποριακές ανακαλύψεις τροφοδότησε την έρευνά του.
02
φιλοδοξία, επιθυμία
something that is greatly desired
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ambitions
Παραδείγματα
My ambition is to one day climb Mount Everest.
Η φιλοδοξία μου είναι να ανέβω κάποια μέρα στο όρος Έβερεστ.
to ambition
01
έχω ως φιλοδοξία, φιλοδοξώ
have as one's ambition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
ambition
γ΄ ενικό πρόσωπο
ambitions
ενεστώτα μετοχή
ambitioning
απλός αόριστος
ambitioned
παθητική μετοχή
ambitioned
Λεξικό Δέντρο
ambitionless
ambition
amb



























