Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ensure
01
εξασφαλίζω, εγγυώμαι
to make sure that something will happen
Transitive: to ensure sth | to ensure that
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ensure
γ΄ ενικό πρόσωπο
ensures
ενεστώτα μετοχή
ensuring
απλός αόριστος
ensured
παθητική μετοχή
ensured
Παραδείγματα
The captain ensured the safety of the passengers during the storm.
Ο καπετάνιος εξασφάλισε την ασφάλεια των επιβατών κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.



























