Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ensure
01
εξασφαλίζω, εγγυώμαι
to make sure that something will happen
Transitive: to ensure sth | to ensure that
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ensure
γ΄ ενικό πρόσωπο
ensures
ενεστώτα μετοχή
ensuring
απλός αόριστος
ensured
παθητική μετοχή
ensured
Παραδείγματα
She ensures the quality of the products before they are shipped.
Αυτή εξασφαλίζει την ποιότητα των προϊόντων πριν αποσταλούν.



























