Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enroll
01
εγγράφω, καταχωρώ
to officially register oneself or someone else as a participant in a course, school, etc.
Intransitive: to enroll in a course or school
Transitive: to enroll sb in a course or school
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enroll
γ΄ ενικό πρόσωπο
enrolls
ενεστώτα μετοχή
enrolling
απλός αόριστος
enrolled
παθητική μετοχή
enrolled
Παραδείγματα
Students need to enroll in the classes for the upcoming semester.
Οι μαθητές πρέπει να εγγραφούν στα μαθήματα για το επόμενο εξάμηνο.
Λεξικό Δέντρο
enrollment
enroll



























