enhanced
en
ɪn
in
hanced
ˈhɑ:nst
haanst
entranced

Ορισμός και σημασία του "enhanced"στα αγγλικά

01

βελτιωμένο, ενισχυμένο

improved in value, quality, or performance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enhanced
συγκριτικός βαθμός
more enhanced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The enhanced security features of the new software ensured better protection against cyber threats. 

Οι βελτιωμένες δυνατότητες ασφαλείας του νέου λογισμικού εξασφάλισαν καλύτερη προστασία από τις κυβερνοαπειλές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store