enhanced
Pronunciation
/ɛnˈhænst/, /ɪnˈhænst/

Ορισμός και σημασία του "enhanced"στα αγγλικά

01

βελτιωμένο, ενισχυμένο

improved in value, quality, or performance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enhanced
συγκριτικός βαθμός
more enhanced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The enhanced safety features of the new car model earned it top ratings in crash tests.
Οι βελτιωμένες δυνατότητες ασφάλειας του νέου μοντέλου αυτοκινήτου του χάρισαν τις υψηλότερες βαθμολογίες σε δοκιμές πρόσκρουσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store