enforceable
en
ɪn
in
for
ˈfɔ:
faw
ceable
səbl
sēbl
forcible

Ορισμός και σημασία του "enforceable"στα αγγλικά

enforceable
01

εκτελεστός, εφαρμόσιμος

able to be legally upheld or made effective according to established rules 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enforceable
συγκριτικός βαθμός
more enforceable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, agreements, rules
Παραδείγματα
The enforceable contract outlined the terms and conditions agreed upon by both parties. 

Το εκτελεστό συμβόλαιο περιέγραψε τους όρους και τις προϋποθέσεις που συμφωνήθηκαν από τα δύο μέρη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unenforceable
enforceable
enforce
force
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store