Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enfeeble
01
αποδυναμώνω, εξασθενίζω
to cause someone or something to lose strength
Transitive: to enfeeble sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enfeeble
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfeebles
ενεστώτα μετοχή
enfeebling
απλός αόριστος
enfeebled
παθητική μετοχή
enfeebled
Παραδείγματα
Lack of exercise can enfeeble muscles over time.
Η έλλειψη άσκησης μπορεί να αποδυναμώσει τους μύες με το πέρασμα του χρόνου.
Λεξικό Δέντρο
enfeebled
enfeeblement
enfeebling
enfeeble



























