Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enfeeble
01
αποδυναμώνω, εξασθενίζω
to cause someone or something to lose strength
Transitive: to enfeeble sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enfeeble
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfeebles
ενεστώτα μετοχή
enfeebling
απλός αόριστος
enfeebled
παθητική μετοχή
enfeebled
Παραδείγματα
Overreliance on technology without breaks can enfeeble one's focus.
Η υπερβολική εξάρτηση από την τεχνολογία χωρίς διαλείμματα μπορεί να αποδυναμώσει τη συγκέντρωση.
Λεξικό Δέντρο
enfeebled
enfeeblement
enfeebling
enfeeble



























