to enfeeble
en
ɪn
in
fee
ˈfi:
fi
ble
bəl
bēl
feeble

Ορισμός και σημασία του "enfeeble"στα αγγλικά

to enfeeble
01

αποδυναμώνω, εξασθενίζω

to cause someone or something to lose strength 
Transitive: to enfeeble sth
to enfeeble definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enfeeble
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfeebles
ενεστώτα μετοχή
enfeebling
απλός αόριστος
enfeebled
παθητική μετοχή
enfeebled
Παραδείγματα
Lack of exercise can enfeeble muscles over time. 

Η έλλειψη άσκησης μπορεί να αποδυναμώσει τους μύες με το πέρασμα του χρόνου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

enfeebled
enfeeblement
enfeebling
enfeeble
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store