endurance
en
ɪn
in
du
ˈdjʊə
dyue
rance
rəns
rēns
entrance

Ορισμός και σημασία του "endurance"στα αγγλικά

01

αντοχή, ανθεκτικότητα

the ability of something to last a long time and resist damage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The durability of the materials used in the construction ensures the building's endurance over time. 

Η ανθεκτικότητα των υλικών που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή διασφαλίζει την αντοχή του κτιρίου με την πάροδο του χρόνου.

02

αντοχή, υπομονή

the capacity to withstand difficult or unpleasant circumstances without giving up 
Παραδείγματα
Marathon runners train for months to build their endurance for the grueling 26.2-mile race. 

Οι μαραθωνοδρόμοι προπονούνται για μήνες για να χτίσουν την αντοχή τους για τον εξαντλητικό αγώνα των 26.2 μιλίων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store