Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Endurance
01
αντοχή, ανθεκτικότητα
the ability of something to last a long time and resist damage
Παραδείγματα
Advances in technology have increased the endurance of sports equipment, allowing athletes to perform better.
Οι προόδους στην τεχνολογία έχουν αυξήσει την αντοχή των αθλητικών εργαλείων, επιτρέποντας στους αθλητές να αποδίδουν καλύτερα.
02
αντοχή, υπομονή
the capacity to withstand difficult or unpleasant circumstances without giving up
Παραδείγματα
Developing mental endurance is just as important as physical strength in overcoming challenges.
Η ανάπτυξη της ψυχικής αντοχής είναι εξίσου σημαντική με τη σωματική δύναμη για την αντιμετώπιση προκλήσεων.
Λεξικό Δέντρο
endurance
endure



























