to endow
en
ɪn
in
dow
ˈdaʊ
daw
macauboughloughallow

Ορισμός και σημασία του "endow"στα αγγλικά

to endow
01

προικίζω, παρέχω

to provide a gift or quality, to someone or something, often implying a permanent gift or quality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
endow
γ΄ ενικό πρόσωπο
endows
ενεστώτα μετοχή
endowing
απλός αόριστος
endowed
παθητική μετοχή
endowed
Παραδείγματα
The billionaire decided to endow the hospital with a generous donation to fund new medical research. 

Ο δισεκατομμυριούχος αποφάσισε να προικίσει το νοσοκομείο με μια γενναιόδωρη δωρεά για τη χρηματοδότηση νέων ιατρικών ερευνών.

02

προικίζω, παρέχω

furnish with an endowment 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store