to endow
Pronunciation
/ɛnˈdaʊ/

Ορισμός και σημασία του "endow"στα αγγλικά

to endow
01

προικίζω, παρέχω

to provide a gift or quality, to someone or something, often implying a permanent gift or quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
endow
γ΄ ενικό πρόσωπο
endows
ενεστώτα μετοχή
endowing
απλός αόριστος
endowed
παθητική μετοχή
endowed
Παραδείγματα
The ancient legend claims that the gods endowed the hero with superhuman strength to defeat the monster.
Ο αρχαίος θρύλος ισχυρίζεται ότι οι θεοί προίκισαν τον ήρωα με υπεράνθρωπη δύναμη για να νικήσει το τέρας.
02

προικίζω, παρέχω

furnish with an endowment
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store