amazement
Pronunciation
/əˈmeɪzmənt/

Ορισμός και σημασία του "amazement"στα αγγλικά

01

κατάπληξη, θαυμασμός

a feeling of great wonder, often due to something extraordinary
amazement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
amazements
Παραδείγματα
The athlete ’s record-breaking performance left the audience in complete amazement.
Η ρεκόρ επίδοση του αθλητή άφησε το κοινό σε πλήρη έκπληξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store