Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amazement
01
κατάπληξη, θαυμασμός
a feeling of great wonder, often due to something extraordinary
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The athlete ’s record-breaking performance left the audience in complete amazement.
Η ρεκόρ επίδοση του αθλητή άφησε το κοινό σε πλήρη έκπληξη.
Λεξικό Δέντρο
amazement
amaze



























