Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amazement
01
κατάπληξη, θαυμασμός
a feeling of great wonder, often due to something extraordinary
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
amazements
Παραδείγματα
The crowd watched in amazement as the fireworks lit up the night sky.
Το πλήθος παρακολούθησε με κατάπληξη τα πυροτεχνήματα που φώτιζαν τον νυχτερινό ουρανό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
amazement
amaze



























