Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encompassing
Παραδείγματα
The encompassing hills added to the charm of the quiet valley.
Οι περικυκλωτικοί λόφοι πρόσθεσαν γοητεία στην ήσυχη κοιλάδα.
02
περιεκτικός, ολοκληρωμένος
including or covering a wide range or scope
Παραδείγματα
The social initiative focused on creating an encompassing support network for individuals facing mental health challenges, including counseling services, peer support groups, and educational resources.
Η κοινωνική πρωτοβουλία επικεντρώθηκε στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου δικτύου υποστήριξης για άτομα που αντιμετωπίζουν προκλήσεις ψυχικής υγείας, συμπεριλαμβανομένων υπηρεσιών συμβουλευτικής, ομάδων αμοιβαίας υποστήριξης και εκπαιδευτικών πόρων.
Λεξικό Δέντρο
encompassing
encompass
compass



























