encompassing
en
ɪn
in
com
ˈkʌm
kam
pa
pə
pē
ssing
sɪng
sing

Ορισμός και σημασία του "encompassing"στα αγγλικά

encompassing
01

περικλείων, περιβάλλων

enclosing something on all sides 
επιδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most encompassing
συγκριτικός βαθμός
more encompassing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
space, surroundings, coverage
Παραδείγματα
The encompassing trees provided shade for the entire park. 

Τα περικυκλωμένα δέντρα παρείχαν σκιά για ολόκληρο το πάρκο.

02

περιεκτικός, ολοκληρωμένος

including or covering a wide range or scope 
Παραδείγματα
The university's curriculum was designed to offer an encompassing education, covering various disciplines to provide students with a well-rounded knowledge base. 

Το πρόγραμμα σπουδών του πανεπιστημίου σχεδιάστηκε για να προσφέρει μια ολοκληρωμένη εκπαίδευση, καλύπτοντας διάφορες επιστήμες για να παρέχει στους φοιτητές μια ισορροπημένη βάση γνώσεων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

encompassing
encompass
compass
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store