Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encircling
01
περικυκλωτικός, περιβάλλων
forming a circle or surrounding something completely
Παραδείγματα
The encircling crowd made it hard to move through the plaza.
Ο περικυκλωμένος κόσμος έκανε δύσκολη την κίνηση μέσα από την πλατεία.
Λεξικό Δέντρο
encircling
encircle
circle



























