Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enamored
01
ερωτευμένος, γοητευμένος
having a strong liking or admiration for something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enamored
συγκριτικός βαθμός
more enamored
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The design of her new home caused her to feel enamored with every detail.
Ο σχεδιασμός του νέου της σπιτιού την έκανε να νιώθει γοητευμένη με κάθε λεπτομέρεια.
Λεξικό Δέντρο
enamoredness
enamored
enamor



























