Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to encapsulate
01
περιγράφω συνοπτικά, συνοψίζω
to represent something in a short and brief manner
Transitive: to encapsulate information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
encapsulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
encapsulates
ενεστώτα μετοχή
encapsulating
απλός αόριστος
encapsulated
παθητική μετοχή
encapsulated
Παραδείγματα
The journalist skillfully encapsulated the day's events in a concise news article.
Ο δημοσιογράφος επιδέξια συνοψίστηκε τα γεγονότα της ημέρας σε μια συνοπτική ειδησεογραφική άρθρο.
02
εγκapsulάρω, τοποθετώ σε ένα μικρό δοχείο
to put inside a tiny container
Transitive: to encapsulate a substance in a container
Παραδείγματα
The scientist encapsulated a single drop of the experimental solution in a microfluidic device for analysis.
Ο επιστήμονας ενσωμάτωσε μια μόνο σταγόνα του πειραματικού διαλύματος σε μια μικρορευστομηχανική συσκευή για ανάλυση.
Λεξικό Δέντρο
encapsulation
encapsulate
capsulate
capsule



























