to encapsulate
Pronunciation
/ɛnˈkæpsəˌɫeɪt/

Ορισμός και σημασία του "encapsulate"στα αγγλικά

to encapsulate
01

περιγράφω συνοπτικά, συνοψίζω

to represent something in a short and brief manner
Transitive: to encapsulate information
to encapsulate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
encapsulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
encapsulates
ενεστώτα μετοχή
encapsulating
απλός αόριστος
encapsulated
παθητική μετοχή
encapsulated
Παραδείγματα
The journalist skillfully encapsulated the day's events in a concise news article.
Ο δημοσιογράφος επιδέξια συνοψίστηκε τα γεγονότα της ημέρας σε μια συνοπτική ειδησεογραφική άρθρο.
02

εγκapsulάρω, τοποθετώ σε ένα μικρό δοχείο

to put inside a tiny container
Transitive: to encapsulate a substance in a container
Παραδείγματα
The scientist encapsulated a single drop of the experimental solution in a microfluidic device for analysis.
Ο επιστήμονας ενσωμάτωσε μια μόνο σταγόνα του πειραματικού διαλύματος σε μια μικρορευστομηχανική συσκευή για ανάλυση.

Λεξικό Δέντρο

encapsulation
encapsulate
capsulate
capsule
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store