Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to encapsulate
01
περιγράφω συνοπτικά, συνοψίζω
to represent something in a short and brief manner
Transitive: to encapsulate information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
encapsulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
encapsulates
ενεστώτα μετοχή
encapsulating
απλός αόριστος
encapsulated
παθητική μετοχή
encapsulated
Παραδείγματα
In her final remarks, the speaker encapsulated the key themes of the conference.
Στα τελικά της σχόλια, η ομιλήτρια περίληψε τα κύρια θέματα της συνάντησης.
02
εγκapsulάρω, τοποθετώ σε ένα μικρό δοχείο
to put inside a tiny container
Transitive: to encapsulate a substance in a container
Παραδείγματα
To preserve the delicate specimen, the biologist encapsulated it in a tiny vial filled with preservative fluid.
Για να διατηρήσει το ευαίσθητο δείγμα, ο βιολόγος το ενσωμάτωσε σε ένα μικρό φιαλίδιο γεμάτο με συντηρητικό υγρό.
Λεξικό Δέντρο
encapsulation
encapsulate
capsulate
capsule



























