Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enable
01
επιτρέπω, ενεργοποιώ
to give someone or something the means or ability to do something
Transitive: to enable sth
Ditransitive: to enable sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enable
γ΄ ενικό πρόσωπο
enables
ενεστώτα μετοχή
enabling
απλός αόριστος
enabled
παθητική μετοχή
enabled
Παραδείγματα
Technology enables us to communicate instantly across the globe.
Η τεχνολογία επιτρέπει την άμεση επικοινωνία σε όλο τον κόσμο.
Λεξικό Δέντρο
disenable
enabling
enable
able



























