Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enable
01
επιτρέπω, ενεργοποιώ
to give someone or something the means or ability to do something
Transitive: to enable sth
Ditransitive: to enable sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enable
γ΄ ενικό πρόσωπο
enables
ενεστώτα μετοχή
enabling
απλός αόριστος
enabled
παθητική μετοχή
enabled
Παραδείγματα
Current developments in technology are enabling more sustainable practices.
Οι τρέχουσες εξελίξεις στην τεχνολογία επιτρέπουν πιο βιώσιμες πρακτικές.
Λεξικό Δέντρο
disenable
enabling
enable
able



























