Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Employment
01
απασχόληση
a paid job
Παραδείγματα
The factory provides employment for over 500 people.
Το εργοστάσιο παρέχει απασχόληση σε πάνω από 500 άτομα.
02
απασχόληση, εργασία
the fact or state of having a regular paid job
Παραδείγματα
Many graduates struggle to find employment in their field immediately after finishing university.
Πολλοί απόφοιτοι δυσκολεύονται να βρουν απασχόληση στον τομέα τους αμέσως μετά την ολοκλήρωση του πανεπιστημίου.
03
απασχόληση, πρόσληψη
the action of providing someone with a job
Παραδείγματα
The new factory opening contributed to the employment of many skilled workers.
Το άνοιγμα του νέου εργοστασίου συνέβαλε στην απασχόληση πολλών ειδικευμένων εργαζομένων.
04
απασχόληση, χρήση
the act of using
Λεξικό Δέντρο
unemployment
employment
employ



























