employment
emp
ˈɪmp
imp
loy
lɔɪ
loy
ment
mənt
mēnt
deploymentenjoymentredeployment

Ορισμός και σημασία του "employment"στα αγγλικά

01

απασχόληση

a paid job 
employment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
employments
Παραδείγματα
After a long period of unemployment, he finally found steady employment. 

Μετά από μια μεγάλη περίοδο ανεργίας, βρήκε τελικά σταθερή απασχόληση.

02

απασχόληση, εργασία

the fact or state of having a regular paid job 
employment definition and meaning
Παραδείγματα
After months of searching, she finally found employment at a local marketing firm. 

Μετά από μήνες αναζήτησης, βρήκε τελικά απασχόληση σε μια τοπική εταιρεία μάρκετινγκ.

03

απασχόληση, πρόσληψη

the action of providing someone with a job 
employment definition and meaning
Παραδείγματα
The company's expansion plans resulted in the employment of dozens of new staff members. 

Τα σχέδια επέκτασης της εταιρείας οδήγησαν στην απασχόληση δεκάδων νέων μελών προσωπικού.

04

απασχόληση, χρήση

the act of using 

Λεξικό Δέντρο

unemployment
employment
employ
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store