empowering
em
ɪm
ιμ
powe
ˈpaʊə
παουε
ring
rɪng
ρινγκ

Ορισμός και σημασία του "empowering"στα αγγλικά

empowering
01

ενδυναμωτικός, ενισχυτικός

giving individuals or groups the tools, confidence, and authority to take action and make choices 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most empowering
συγκριτικός βαθμός
more empowering
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
psychology, society, action

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

empowering
empower
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store