emptor
Pronunciation
/ˈɛmptɝ/

Ορισμός και σημασία του "emptor"στα αγγλικά

01

αγοραστής, αποκτητής

a person who buys
emptor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
emptors
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store