Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Emptor
01
αγοραστής, αποκτητής
a person who buys
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
emptors
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
preemptor
emptor



























